Μία παραγωγή της "MEDUSA VISUALS" σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Δαμιανάκη

A production of "MEDUSA VISUALS". Director Konstantinos Damianakis

ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΗ "ΡΙΖΑ" ΚΑΙ ΠΡΟΤΥΠΑ ΤΩΝ "ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ"

     Η ανάδειξη της κάστας των «αφιερωμένων», επαγγελματιών, Πολεμιστών οροθετείται ήδη από το τέλος των Σκοτεινών Χρόνων με την αναγνώριση του “ordo” στη κεντρική Ευρώπη, ενός όρου που σημαίνει «τάγμα» και περιλαμβάνει άθροισμα Πολεμιστών που δρουν υπό κοινούς όρους συνυπάρξεως και τακτικής. Ουσιαστικώς, ο όρος «ordo», σύμφωνα με χειρόγραφο που βρίσκεται στη Βασιλική Βιβλιοθήκη των Βρυξελλών, οροθετεί ένα κανονιστικό πλαίσιο, ανάλογο με έναν νομοκάνονα, βάσει του οποίου θα πρέπει να ζουν όσοι τελούν υπό την διασύνδεσή του. Τούτος ο όρος, βαθμιαία, αντικαθίσταται με τον όρο “miles” ο οποίος, σήμαινε τους επαγγελματίες εφίππους στρατιώτες οι οποίοι ανήκαν σε «ordo» Ευγενών.   Ο ίδιος όρος (miles), από τα τέλη του 11ου αιώνος, προσδιορίζει την ανώτερη διαστρωμάτωση της στρατιωτικής αριστοκρατίας.

 

     Οι δύο, παραπάνω, όροι αποτελούν την απαρχή της Ιπποσύνης η οποία, από τον 12ο αιώνα, μία περίοδο πολιτισμικής ακμής, εμφανίζεται ως «ordo» περιλαμβάνουσα στις τάξεις της Πολεμιστές με ιδιαίτερο, κοινό, τυπικό και τρόπο ζωής αλλά και δράσεως, ενώ, όλα αυτά αποσαφηνίζονται και συγκεκριμενοποιούνται από τον 13ο αιώνα, περίοδο αναπτύξεως των πόλεων και των αστικών θεσμών, όταν η Ιπποσύνη αναδεικνύεται σε κοινωνική τάξη με αυξημένο κύρος και ιδία οντότητα, με κύριο ταξικό προνόμιο την αποκλειστική διαχείριση του πολέμου και των στρατιωτικών καθηκόντων.

 

     Η Ιπποσύνη των Μέσων Χρόνων, σύμφωνα με τον Julius Evola, συνιστά μιαν υπερ-εθνική κοινότητα της οποίας τα μέλη υποτάσσονται όχι στην εξουσία προσώπων αλλά σε κοινό νομοκάνονα πολεμικών αξιών, αναγνωρίζοντάς την ως μία τάξη υπεράνω εθνικών συνόρων αφιερωμένη όχι στα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης χώρας, ή, ενός συγκεκριμένου λαού, αλλά θέτουσα εαυτήν υπό έναν κώδικα κοινής ηθικής διαβιώσεως και πολεμικής δράσεως. Εμείς θα λέγαμε ότι, σε αυτή την υπερ-εθνική «οικουμενικότητα» της Ιπποσύνης συνέβαλε, κατ’  αρχήν, η κοινή βιολογική ανάγκη του υγιούς Ανθρώπου να πολεμά και να διατηρεί τη φυσική οξυγόνωσή του μέσα στη κλαγγή της μάχης. Υπηρετώντας τον, καθ΄ Ηράκλειτο, «πάντων Πατέρα, Πόλεμο», ο άνω θρώσκων παραμένει υψαύχην τελών εν επιγνώσει ότι ποτέ δε κρεμάνε σα σκυλί εκείνον που πολεμά σα λιοντάρι!

 

     Δευτερευόντως κατέτεινε σε αυτό και η άρχουσα, κατά τους Μέσους Χρόνους (και όχι μόνον…), χριστιανική Εκκλησία η οποία, υπό το κράτος μιας «μοχλικής» δογματικής βίας, κατάφερε να προσεταιρισθεί και την Ιπποσύνη ώστε να την εκμεταλλευθεί τόσο για τη περιφρούρησή της όσο και για τον βίαιο εκχριστιανισμό όσων παρέμεναν ανυπότακτοι στη χριστιανική φενάκη.

 

     Επιστρέφοντας, για λίγο, στον 11ο αιώνα θα παρατηρήσουμε τον ύπουλο επεμβατικό ρόλο της άρχουσας Εκκλησίας στο αναπτυσσόμενο φαινόμενο της Ιπποσύνης, όταν δίπλα στον όρο «miles» προσαρτάται τεχνηέντως το παρακολούθημα «Christi» ( συναντάται και ως «Militia Christi») για να ποδηγετηθούν, πλέον, οι Ιππότες ως «Πολεμιστές του Χριστού»! Η αφελής αγαθότητα του Πολεμιστή δε προέβαλε καμία δυσκολία στη πανούργα Εκκλησία να θέσει υπό την εξουσία της και τους Ιππότες εκφυλίζοντας, συχνά, το πολεμικό τους πνεύμα στην υποστάθμη των πραιτωριανών της υπηρετήσεως μιας απάνθρωπης δογματικής. 

 

     H ίδια η, παιδιόθεν, στρατιωτική εκπαίδευση του Ιππότη των Μέσων Χρόνων είχε βαθύτατες ιδεολογικές εξαρτήσεις με τον χριστιανικό δογματισμό και την Εκκλησία. Η εκπαιδευτική διαδικασία του υποψηφίου Ιππότη ξεκινούσε από την ηλικία των 12-15 ετών, όταν ο νεαρός Ιπποκόμος ξεκινούσε να μαθαίνει ότι για να εξελιχθεί σε άρχοντα θα πρέπει πρωτίστως να μάθει να υπηρετεί. Τότε ξεκινούσε να εκπαιδεύεται, επί επτά περίπου χρόνια, στην Ιππική και στη χρήση του ξίφους, με έμφαση στη μονομαχητική, καθώς και στο κυνήγι μεγάλων ζώων, υπηρετώντας ταυτοχρόνως κάποιον ήδη Ιππότη ή και Ηγεμόνα. Οίκοθεν νοείται ότι ο υψηλός ρυθμιστής και υπερκείμενος «οφθαλμός» του ιδεολογικού πλαισίου αυτής της εκπαιδεύσεως ήταν η Εκκλησία. Έτσι, παρά την έμφαση στις έφιππες αλλά και επίγειες μαχητικές τέχνες, ο Ιπποκόμος ήταν ήδη στρατευμένος «στου Χριστού την πίστη την αγία» με μία Εκκλησία να προτιμά τα «καλά και συμφέροντα» του πολέμου, αντιφάσκουσα με τη βασική δογματική της αρχή περί αγάπης και ειρήνης, προκειμένου να επαυξήσει τη θρησκευτική της «πελατεία» δια της βίαιης υποτάξεως των «απίστων» με τη βοήθεια των ξιφών των, αβανταδόρων της, Ιπποτών. Παρά ταύτα, το στρατιωτικό πνεύμα φάνηκε νικητής έναντι του θεοκρατικού σκοταδισμού με την παρεμβολή ενός άλλου παράγοντος ο οποίος διέλαθε του εκκλησιαστικού ελέγχου ως βαθύτατα ριζωμένος στο κοινωνικό υποσυνείδητο της εποχής: της Ευγενείας. 

 

     Κατ’  εκείνους τους χρόνους η Ευγένεια αποτελούσε μία κατεστημένη κοινωνική παράμετρο υψηλής διαβαθμίσεως και βασικό συντελεστή αστικής εκτιμήσεως, οπότε, ήταν πολύ φυσικό να σταθμίζεται και στην ανάδειξη ενός Ιππότη. Και αυτή η παράμετρος ήταν τόσο ισχυρή ώστε προκάλεσε πολλά ερωτηματικά ως προς την πρόταξή της ή την πρόταξη του επιπέδου των ατομικών φυσικών ικανοτήτων κατά την κρίση της ανακηρύξεως ενός Ιππότη. Ασφαλώς και η «πλουτίδνην» Ευγένεια ήταν συνυφασμένη με την συναίνεση της Εκκλησίας ως προς την «απονομή» της, όμως η «αριστίδνην»…

 

     Είναι γεγονός ότι η, αριστίδνην, Ευγένεια υπήρξε ένα σοβαρό κίνητρο προσφοράς προς την Πόλη με «κότινο» τον τίτλο (αναλόγως της προσφοράς) και το οικόσημο, δηλαδή, την διάκριση! Τα ηθικά αυτά ανταλλάγματα τα οποία συχνά επαυξάνονταν, υλικώς, με παραχώρηση γαιών από τον Ηγεμόνα, ήσαν ευφυείς «προσκλήσεις» ευποιίας προς κάθε υπήκοο ώστε να εξαρθεί προς ένα ανώτερο κοινωνικό επίπεδο εξεχόντων πολιτών, τιμώντας (κατ’  αρχήν) την εξατομικευμένη «περίπτωσή» του, κατόπιν δε, με την πάροδο των χρόνων, εξευγενίζοντας και ολόκληρη την οικογένειά του και την οικογενειακή γραμμή καταγωγής του. Σημειωτέον ότι μόλις τον 13ο αιώνα κατοχυρώνεται νομικώς η κληρονομική Ευγένεια και η κληροδότηση των τίτλων της και των εραλδικών συμβόλων της σε απογόνους.

 

     Υπ΄ αυτές, λοιπόν, τις καθεστηκυίες προϋποθέσεις Ευγενείας, η Ιπποσύνη, από τα τέλη του 12ο αιώνος, αντιμετωπίζει σοβαρά την εραλδική παράμετρο ως κριτήριο ανακηρύξεως του υποψηφίου Ιππότη και μάλιστα με τον σκεπτικισμό της προτάξεως, ή όχι, αυτής της εραλδικής παραμέτρου κατά την κρίση. Οι δύο αυτές βασικές για την εποχή παράμετροι, Ευγένεια ή ατομική Αξία, τροφοδότησαν «ηχηρές», για την εποχή, επιχειρηματολογούσες αντεγκλήσεις αλλά, σύντομα, η «πλάστιγγα» έγειρε υπέρ της ατομικής Αξίας του υπό κρίση μέλλοντος Ιππότη η οποία εμπεριείχε και την αριστίδνην Ευγένεια.

 

    Είναι αλήθεια ότι στην τελική αυτή κατάληξη, πέραν της αξιοκρατικής λογικής που διέπει το βάθος ενός πολεμικού (στρατιωτικού) «σκεπτικού» συνέτειναν και πολλοί πνευματικοί άνθρωποι και στοχαστές προγενέστερων ή και εκείνων των χρόνων. Ήταν ο Δάντης (Convivio) ο οποίος είχε γράψει : «Το άτομο αναδεικνύει ως ευγενή τη γενιά του», ενώ ο Α. Gautier Walter υπογραμμίζει: «Η Ιπποσύνη δεν ταυτίζεται με την Ευγένεια αν και συχνά η Ιπποσύνη ανέδειξε Ευγενείς».

 

     Βεβαίως αυτή η «απόληξη» ενός κρίσιμου προβληματισμού δεν υπήρξε και το προσδόκιμο αποτέλεσμα της Εκκλησίας η οποία, πάντως, είχε σταθερή έμμεση ανάμειξη στην απονομή των (κυρίως «πλουτίδνην») τίτλων Ευγενείας αφού πάντοτε κατελάμβανε ένα «στασίδι» πλάι ή και πάνω από τον «καθ’  ύλην αρμόδιο» Ηγεμόνα ο οποίος απένειμε και τους εραλδικούς τίτλους. Όμως, σε μία τόσο εξειδικευμένη κάστα Πολεμιστών, ήταν φυσικό η πολεμική Αρετή και γενναιότητα να υπερκεράσει κάθε άλλο κριτήριο και η Εκκλησία, ευφυώς πράττουσα, απέφυγε να επιμείνει σε δικούς της όρους με αποτέλεσμα η Ιπποσύνη να διαφεύγει, ολοένα και περισσότερο, προς την διέξοδο της πολεμικής Αρετής η οποία δεν διασταυρώνεται με την εκκλησιαστική αντιφάσκουσα δογματικότητα που διδάσκει το «αγαπάτε αλλήλους» αλλά εξοπλίζει στρατιές συντεταγμένων εξολοθρευτών εξωθώντας τους σε ανόητες και ματαιόδοξες εκατόμβες ανθρωποθυσιών.

 

     Ο Πολεμιστής, όταν είναι πραγματικός Πολεμιστής, δεν είναι ένα κοινό εκτελεστικό «όργανο» και μάλιστα ενός διεφθαρμένου «ιερατείου», αλλά ένας, πρωτίστως, σκεπτόμενος ανθρώπινος μηχανισμός ο οποίος προτάσσει πάντοτε την πνευματική επάρκεια έναντι της οπλικής επαρκείας, μπορεί δε να κρίνει, κυρίως, ό,τι τον αφορά, άλλως γνωρίζει ότι δεν είναι, παρά ένας μελλοθάνατος. Έτσι, τα διαλαμβανόμενα στη προηγούμενη παράγραφο όχι μόνον προβλημάτισαν σημαντικά τους Πολεμιστές της Ιπποσύνης αλλά και τους βοήθησαν να απεξαρτηθούν από τη «στραγγάλη» της Εκκλησίας, συχνά, τρεπόμενοι και σε πολεμίους της, όπως και στη περίπτωση των Ελλήνων Στρατιωτών της Αναγεννήσεως που, μετά από όλα τα προαναφερθέντα, εξελισσόμενοι ως προέκταση του έπους της Ευγενούς Ιπποσύνης, ανδραγάθησαν στην Ευρώπη, στη Μεσόγειο, αλλά και στην Ανατολή.

 

     Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτόν ότι οι Έλληνες Στρατιώτες της Αναγεννήσεως υπήρξαν οι υγιέστεροι ευρωπαϊκοί «κυτταρικοί οργανισμοί» οι οποίοι κατάφεραν να επιβιώσουν του μεσαιωνικού εκκλησιαστικού σκοταδισμού και να κρατήσουν άσβεστη τη πολεμική Αρετή του Ευρωπαίου φυλετικού Ακρίτα, όχι απλώς ανεπηρέαστοι αλλά και πολέμιοι κάθε θεοκρατικού δογματισμού, με ιδεολογική ενόραση τη προάσπιση της πατρίδος-Ευρώπης και των φυλετικών Αξιών της!    

ΚΑΛΕΝΤΖΗΣ

Ο ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ ΖΥΓΟ

Έλληνες αεί! Πάντοτε Έλληνες, με μία συνέχεια καθαρού αίματος παρά τις όποιες σκοπούμενες και δόλιες αμφισβητήσεις τις οποίες καλλιεργούν οι εχθροί της Φυλής των Διογενών! Πάντοτε Έλληνες και με τον «λέοντα» να διακρίνεται «εκ του όνυχος», εκ των πράξεων  και του μύχιου ηρωϊκού ψυχισμού του ο οποίος ποτέ δεν έπαψε να διαφαίνεται επί των ιχνών του καθ΄ όλο το άνυσμα της μακραίωνος Αναβάσεώς του! Και οι «Στρατιώτες» δεν υπήρξαν παρά ακόμη ένα κορυφαίο τεκμήριο αυτού του ηρωϊκού ψυχισμού των Ελλήνων, ενός γενναίου φυλετικού ψυχισμού οποίος και κατά τους πλέον «σκοτεινούς» χρόνους της Ιστορίας συνέχισε να λαμπρύνει την Ευρώπη και την πολεμική Αρετή ολόκληρης της Ανθρωπότητος!

 

     Απτή συνέχεια εκείνου του αρχαίου Θηβαίου, του πλάνητος πολεμιστού Κοιρατάδα τον οποίο ο Ξενοφών σκιαγραφεί ως : « Κοιρατάδας Θηβαίος, ος ου φεύγων την Ελλάδα περιήει, αλλά στρατηγών και επαγγελλόμενος, ει τις ή πόλις ή έθνος στρατηγού δέοιτο»[1], εξακολουθούν να μάχονται όταν το Βυζάντιο σωριάζεται σε ερείπια από τους Οθωμανούς οι οποίοι απειλούν να κατασπαράξουν την Ευρώπη, όταν ο ίδιος ο Πατριάρχης της ανατολικής Ορθοδοξίας συμμαχεί με τον Σουλτάνο και απειλεί ν΄ αποτελειώσει τον Ελληνισμό! Και, εκείνοι, εφιππεύουν για να καταδιώξουν την Ημισέληνο και τους συνεργάτες της ό,που μπορεί να τους ανταμώσουν! Και πολεμούν τόσο στην μητροπολιτική Ελλάδα όσο και στα πέρατα της Ευρώπης, από την Πελοπόννησο, την Πολωνία μέχρι την Ολλανδία και την Σκωτία, άλλοτε κατά μόνας κι άλλοτε στο πλευρό Ευρωπαϊκών τακτικών στρατών  αφού, πολλοί έμπειροι στρατηλάτες όπως ο Farnese ή ο Ambroise Spinola, διακρίνοντας την γενναιότητά τους πάσχιζαν να τους εντάξουν στις δυνάμεις τους.

«Εσμέν γαρ ουν ων ηγείσθε τε και βασιλεύετε Έλληνες το γένος  ως  η  τε  φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί… Ταύτην γαρ δη φαίνονται την χώραν (Ελλάδα) Έλληνες αεί οικούντες»

Επιστολή Πλήθωνος προς Μανουήλ Παλαιολόγο, 1418

     Οι Στρατιώτες, με την ονομασία "Stradioti" προερχόμενη από τη λέξη «Στράθα» (=δρόμος) και όχι από το «στορέννυμι» (Στρατός)[2] απετέλεσαν το πλέον ασυμβίβαστο και ανυπότακτο πολεμικό σώμα κατά την διάρκεια της Οθωμανικής παντοδυναμίας προτιμώντας την «οδό» της διαρκούς πάλης με τον αλλόφυλο εισβολέα στις «στράτες» του Κόσμου. Ο Επτανήσιος Ερμάννος Λούντζης μας δίνει μία περιγραφή για την εμφάνιση και την διάρθρωση των Εφίππων Ιλών τους: « Οι περί ων πρόκειται στρατιώται εσχημάτιζον το ελαφρόν ιππικόν των Ενετών, του οποίου πριν πάσης άλλης επικρατείας, ήρχισαν οι Ενετοί να ωφελώνται κατά το πρώτον ήμισυ της ΙΕ’ εκατονταετηρίδος, κυρίως δε μεταξύ του 1416 και 1467 έτους. Η ελληνική επονομασία φαίνεται ότι εισήχθη αφ’ ότου οι Ενετοί ήρχισαν να στρατολογώσιν Έλληνας αφ’ όλων των εις την Ενετίαν υποκειμένων χωρών, και ότι έκτοτε διετήρησεν ο στρατός ούτος το ελληνικόν όνομα, όπερ πιθανώς συνέβει μεταξύ του 1470 και του 1473, καθ’ ήν εποχήν ο ανδρείος Πέτρος Μοτσενίγος, κατακτήσας την Πελοπόννησον και θέλων να εκδικηθή κατά της ωμότητος των Τούρκων, επεβίβασεν επί στόλου ελαφρούς τινάς ιππείς εκ διαφόρων μερών της Ελλάδος, μεθ’ ών ενισχύσας τον στρατόν του, διέτρεξε και ελεηλάτησε τους υπό των βαρβάρων εκείνων κατεχομένους τόπους. Οι στρατιώται οι περί ων ο λόγος μόνον διά του έθνους των ουχί όμως και δι’ ιδίων καθηκόντων διεκρίνοντο εκ του κυρίως λεγομένου ελαφρού ιππικού ‘ ήσαν οι μόνοι οίτινες εκυβερνώντο υπό Ενετού Ευπατρίδου. Πολλά υπό των ιστορικών κατά διαφόρους εποχάς εγράφησαν περί τε της ανδρείας και της τόλμης των πολεμιστών τούτων, οίτινες επευφημίσθησαν προσέτι δια την επιδεξιότητα μεθ’ ης ανέβαινον επί υψηλοτάτων ορέων και κολυμβώντες διέβαινον βαθυτάτους ποταμούς. Κατά την τέχνην του μάχεσθαι δεν διετήρουν την πρέπουσαν ευταξίαν, εμπιστευόμενοι μάλλον εις την ορμήν των ίππων των, τους οποίους διώκουν τόσον επιτηδείως ώστε σχεδόν πάντοτε να νικώσι τους εχθρούς. Δια τα εξαίσια ταύτα προτερήματά των εθεωρούντο τρόπον τινα ως τα νεύρα των Ενετικών στρατευμάτων.»[3]

 

     Από την μαρτυρία του Ερμάννου Λούντζη (αλλά και πολλών άλλων σημαντικών Iστοριογράφων) προκύπτει ότι η συγκρότηση του σώματος των Ελλήνων Στρατιωτών υπήρξε η «απάντηση» των αντανακλαστικών μιάς Φυλής στην ατίμωση της οθωμανικής κατακτήσεως! Και, ασυμβίβαστοι και ανατρεπτικοί, ως γνήσιοι Έλληνες, οι Στρατιώτες, προτίμησαν τον πλάνητα πολεμικό βίο, τον γεμάτο από σκληρές δοκιμασίες και στερήσεις, από την υποτεταγμένη θαλπωρή της δουλωμένης «Εστίας» προκειμένου να πολεμήσουν τον σαρικοφόρο εχθρό, δημιουργώντας μέσα στην πολεμική τους λαίλαπα  ακόμη και νέες Ελληνικές Κοινότητες στην Ευρώπη, αναγεννώντας τον Ελληνισμό μέσα από τις «στάχτες του». Ο Ιστορικός Σπυρίδων Στούπης σημειώνει : «Χωρίς την παρουσία των εν λόγω ‘στραθιωτών’ που αποτελούσαν κατά κάποιον βαθμό την εκτελεστική δύναμι των φυγάδων, δεν θα ήταν ίσως δυνατή η συγκρότησι των Ελληνικών Κοινοτήτων, από την άποψι της συμβολής τους στη διατήρησι της ελληνικής παραδόσεως και στην τελική δημιουργία ενός πολιτικά ανεξάρτητου έθνους, όπως : η Βενετία και η δορυφόρος της Πάδουα, η Νεάπολις, η Αγκώνα στην Ιταλία. Το Τολέδο στην Ισπανία, η Λυών και ίσως το Παρίσι στη Γαλλία. Από τις αρχές δε του 15ου μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα περίπου, οπότε αρχίζει η ακμή των νεωτέρων παροικιών: Τεργέστης, Λονδίνου, Λιβόρνου και της Βουδαπέστης, όπου ο αείμνηστος Σπ. Λάμπρου αντέγραψε στο νεκροταφείο της Πέστης πολλά ονόματα Ηπειρωτών εμπόρων, Βιέννης, Οδησσού κλπ. Ακόμα και η περίφημος Κοινότης Καλκούτας Ινδιών είχε ιδρυθή από τον έμπορο Ηπειρώτη Πανταζή».[4]

 

     Κι όλα τούτα, όταν η Πατρίδα είχε μιανθεί από τον κατακτητή ενώ η «πεπολιτισμένη» Δύση βάσιζε απελπισμένα όλες της τις δυνάμεις στον ηρωϊκό Πρίγκιπα Ευγένιο προκειμένου να αποφύγει την ατίμωση.

Ο σωτήρας της Ευρώπης από τους Οθωμανούς επιδρομείς

Πρίγκιψ Ευγένιος της Σαβοίας

(1663-1753)

Ελαιογραφία του Johann Gottfried Auerbach 1697-1753

     Πελοποννήσιοι [5] και, κατά το πλείστον, Λάκωνες [6] στην καταγωγή , σχημάτισαν -κατ΄ αρχήν- αυτοδιοίκητες Ίλες ελαφρού Ιππικού για να συναντήσουν πάνω στ΄ άλογά τους τον εχθρό και ν΄ αναμετρηθούν μαζύ του. «…Το όνομα ‘Στρατιώτης’ δηλοί τον κατ΄ εξοχήν Ιππέα.» γράφει ο Κ.Ν. Σάθας [7] και, πράγματι οι Στρατιώτες ήσαν δεινοί  Ιππείς, τολμηροί κι ευέλικτοι, οπλισμένοι με το ξακουστό «ωτιόσχημο» μαχαίρι, το δόρυ, το ρόπαλο αλλά και το τόξο[8]. Φορούν λινοθώρακα όπως ακριβώς οι αρχαίοι Πρόγονοί τους και κάποιοι απ’ αυτούς κρατούν μικρή ασπίδα, την …αρχαία «πέλτη»! Ο Ιταλός Marino Sanuto έγραφε γι΄ αυτούς: « Έχουν σπαθί, λόγχη με σημαία στην άκρη και σιδερένιο ρόπαλο. Πολλοί λίγοι φορούν θώρακες και γενικώς βαμβακερές κάπες ραμμένες με ιδιαίτερο τρόπο. Τα άλογά τους είναι μεγαλόσωμα, συνηθισμένα σε κοπιώδη ίππευση, τρέχουν σαν τα πουλιά, κρατούν πάντα ψηλά το κεφάλι και ξεπερνούν όλους στην τέχνη του πολέμου.»[9].

 

     Είναι πολεμιστές σκληροί, ανελέητοι στον εχθρό, λιτοδίαιτοι και ακούραστοι. Περιφρονούν κάθε κακουχία και παραμένουν άγρυπνοι, λες κι ο Μορφέας ποτέ δεν τους γήτεψε στις ώρες της ατέλειωτης περιπέτειάς τους Όμως, αυτοί οι αλάστορες εκδικητές του οθωμανικού θηρίου, δείχνουν όλη την τρυφερότητά τους στα άλογά τους που είναι οι πιστοί συμπολεμιστές τους. Στις ελάχιστες ευκαιρίες της σχόλης τους,  τα περιποιούνται και τα θωπεύουν σαν παιδιά τους για να συνεχίσουν να μοιράζονται μαζύ τους την ατέλειωτη πυρκαγιά του αγώνος. Γράφει σχετικά ο Marino Sanuto : «Δεν αιχμαλωτίζουν αλλά κόβουν κεφάλια παίρνοντας κατά την συνήθειά τους ένα δουκάτο για το καθένα. Τρώνε λίγο κι ευχαριστιούνται με ο,τιδήποτε ενώ περιποιούνται πολύ τα άλογά τους.» [10].

Η πρώτη δημοσίευση της ιστορήσεως του μεγάλου έπους

των Ελλήνων Στρατιωτών εν τη Δύσει

από τον επίσημο ιστορητή τους, Μεσαιονολόγο

Κωνσταντίνο Ν. Σάθα

ο οποίος κατέρριψε και τον αναίσχυντο μύθο

περί δήθεν "Ελληνοχριστιανισμού"

των εκκλησιαστικών ενεργουμένων Ζαμπελίου και Παπαρρηγοπούλου.

     Στον κυρίως ελλαδικό χώρο διαπρέπουν ως πολεμιστές και αναγνωρίζονται από τους συμμάχους τους στον κατά του κοινού εχθρού αγώνα : «…άνδρες γενναιόψυχοι και ικανοί για κάθε επιχείρηση …» [11] όπως ακριβώς διαπρέπουν και αναγνωρίζονται και στα ευρωπαϊκά πεδία των μαχών : « Δεν τους έφθασε που έκαναν επιδρομή έως το Βασάνο, την Βικεντία ή και το Λενιάνο απ’ όπου μπορούσαν να γυρίσουν το βράδυ στα καταλύματά τους, αλλά, αψηφώντας που ήσαν στρατοπεδευμένοι στα νώτα τους, περνούσαν κολυμπώντας τον Άδα και τον Μίτζιε και, διαβαίνοντας απόκρημνα βουνά, έφθαναν έως την περιοχή της Μπρέσια, με ξαφνική δε επίθεση προξενούσαν μεγάλες καταστροφές. Κανένα δρόμο δεν αφήνουν αφύλακτο ‘λιτοδίαιτοι δε και καρτερικότατοι  όπως είναι ούτε  από την πείνα ούτε από την αϋπνία υποφέρουν. Οργανώνουν θαυμάσια τις επιδρομές και ξέρουν τα πιο μυστικά κι απάτητα μονοπάτια.» [12]. Και κάθε σύγκριση των Ελλήνων Στρατιωτών με τους Ευρωπαίους συμπολεμιστές τους κλίνει σαφώς υπέρ των Ελλήνων:   «Παραβαλλόμενοι οι Στρατιώται προς τους βαρυσιδήρους και ατελώς κατηρτισμένους ιππείς της Ευρώπης, υπερείχον τούτων εν πάσι, διότι και ελαφρώς ήσαν εσκευασμένοι, και καρτερικώς υπέφερον τα πάντα, και τακτικήν και πειθαρχίαν και στρατιωτικήν τιμήν εγνώριζον ‘ ως οι παλαιοί μισθοφόροι έμενον πιστοί εις τον όρκον των, ηττωμένου δε του ηγεμόνος των επροτίμων ν’ αποθάνωσι παρά να παραδώσωσι τα όπλα : “πρόσθεν αν αποθάνοιεν ή τα όπλα παραδοίεν” έλεγαν και οι Μύριοι εις τον νικητήν Αρταξέρξην. Ενώ άπαντες οι Ιταλοί στρατιώται παραδίδονται αμαχητεί εις τον Λουδοβίκον ΙΒ΄, μόνοι οι Στρατιώται μένουσι πιστοί εις την Βενετίαν ως γράφει αυτός ο εις τας τάξεις του νικητού κατ’ αυτών πολεμών Μερκούριος…» [13].

 

     Ένα επιπλέον σημείο υπεροχής του ελληνικού και αδεκάστου φρονήματος των στρατιωτών υπήρξε η αποστροφή τους  για τον  ρασοφόρο Κλήρο ο οποίος υπήρξε ο «τοποτηρητής» των οθωμανικών συμφερόντων εκείνης της φρικτής εποχής και το βασικό «υπομόχλιο» των κατακτητών προς διαιώνιση της δουλείας των Ελλήνων. Οι Στρατιώτες ήσαν ανελέητοι προς τον κατακτητή αλλά και προς όποιον συνεργάτη του, ένας από τους βασικούς υπήρξε - κατά ιστορικό τεκμήριο - και η «ορθόδοξη εκκλησία». Και την αποστροφή τους αυτή την εκδηλώνουν με τον πλέον δραστικό τρόπο : « Αλλ’ ενώ οι Στρατιώται ούτως υπερέχουσι των συγχρόνων, μειονεκτούσι προς τούτους κατά το χριστιανικόν αίσθημα και ιδίως την φιλανθρωπίαν. Δεν συνοδεύονται υπό ιερέων, εξ εναντίας μάλιστα μισούσι τούτους, θεωρούντες ως κακίστους οιωνούς, πολλάκις δε και κεφαλαί αθώων λατίνων ιερέων ανεμίχθησαν εις τα αιμοσταγή τρόπαιά των, ως λέγει ο ιστορικός του Μιλάνο. Ιδίως δε δεν θέλουσι ν’ αφήσωσι το βάρβαρον έθιμον της αποκοπής των κεφαλών.»[14].

 

     Πράγματι, οι Στρατιώτες, ως Έλληνες, παρέμειναν αδούλωτοι και ως προς την πνευματική δουλεία την οποία η «νέα θρησκεία» επεχείρησε βίαια να επιβάλει και γι’ αυτό τους πρέπει διπλή ευγνωμοσύνη! Η χρυσοποίκιλτη «Πατερίτσα» που δώρισε ο Σουλτάνος στον Γεννάδιο για να τον μετατρέψει (αυτόν και την ανατολική «ορθόδοξη» εκκλησία…) σε οφικιούχο δεσμοφύλακα του Ελληνισμού, ουδέποτε απέκτησε αξία προ του φασγάνου και του τόξου των Ελλήνων Στρατιωτών. Με άλλα λόγια οι Έλληνες Στρατιώτες δεν απέστησαν ούτε κατά κεραία από την ουσία της αρχαίας φυλετικής ψυχής τους επαληθεύοντας τόσο τα αρχαία όσο και τα νεώτερα «σκαριφήματα» της Ελληνικής ιδιοσυστασίας: «Τους δε Πελασγούς… το ανέκαθεν Αρκάδας όντας ελέσθαι στρατιωτικόν βίον… δια το πλανήτας είναι… αίτιον δε το τους επήλυδας βαρβάρους και στρατιώτας όντας, μη βεβαίως κατέχειν την κρατηθείσαν, αλλά πλανήτας είναι»[15] και  «Έκαστος δε των στρατιωτών , τοις ίχνεσι των ιδίων προγόνων επόμενος εσπούδαζεν υπέρ παν άλλο, τίνι τρόπω καλλιώτερον τας πατραγαθίας μιμούμενος, διατηρήση εν τη ιδία οικογενεία το εις εαυτόν ανήκον αξίωμα παρά τη στρατιά ανερχόμενος, παράσχη τοις ιδίοις υιέσιν αξιομίμητον παράδειγμα, όπως και ούτοι μιμηταί εκείνου γενόμενοι κατασταθώσιν ικανοί να διατηρήσωσι παρ’ εαυτοίς, τα τοις προγόνοις ανήκοντα αξιώματα, μεταδίδοντες ταύτα οιονεί πατροπαράδοτον κληρονομίαν και τοις επεσομένοις.»[16].

 

     Κι ενώ η στάση τους απέναντι στην προσκυνημένη εκκλησία ήταν γνωστή δεν δίστασαν να κάνουν ακόμη και προς τους πανίσχυρους Βενετσιάνους επίδειξη …ισχύος υπό το πρόσχημα της ανεγέρσεως …Ναού! Πράξη ρωμαλέα, προκλητική και υπογραμμίζουσα προς κάθε κατεύθυνση το αδούλωτο του φρονήματός τους αλλά και την πολιτική τους ευφυία η οποία ήταν πάντα και για τους πάντες αιφνιδιαστική και απρόβλεπτη: απαίτησαν από το πανίσχυρο ‘Συμβούλιο των 10’ (Consiglio di Dieci) της Γαληνοτάτης Ενετικής Πολιτείας την ίδρυση Ναού στο κέντρο της Βενετίας, στο όνομα του Αγίου Γεωργίου (Στρατιώτου, ιππέα και πολεμιστή) κάτι το οποίο επέτυχαν α υ θ η μ ε ρ ό ν : « Η ισχύς και η υπόληψις των Ελλήνων Στρατιωτών ήτο τοσαύτη ώστε το Συμβούλιον των Δέκα εν Ενετία τη 4η 8βρίου 1511 επί τη αναφορά αυτών αυθημερόν γενομένη δεκτή , ηκύρωσε τας κατά των οπαδών της Ορθοδόξου Εκκλησίας ειλημμένας τη εισηγήσει του Πάππα αποφάσεις του, επιτρέψαν εις το ελληνικόν γένος να τελή ελευθέρως τα της θρησκείας του εφεξής, και να οικοδομήση εν αυτή την Ενετία τον και ήδη σωζόμενον μεγαλοπρεπή Ορθόδοξον Ναόν εις μνήμην του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, πάτρωνος των Στρατιωτών.» [17].

 

     Έτσι γίνεται αντιληπτό ότι το πρόσχημα της «ανεγέρσεως Ναού» στόχευε στην αναβάθμιση των ευρυτέρων εθνικών δικαιωμάτων του ξενιτεμένου Ελληνισμού που είχε καταφύγει στην «αγκαλιά» της Γαληνοτάτης Ενετικής Πολιτείας προκειμένου να αποφύγει τον οθωμανικό ευτελισμό καθιστάμενος υποχείριο ξένης «φιλοξενίας»!

 

     Αντιφατικοί και απρόβλεπτοι, οι Στρατιώτες είχαν εφαρμόσει στην πολυτάραχη καθημερινότητά τους τα ευφυή δόγματα ανταρτοπολέμου του πολύ προγενεστέρου τους και πολύ μακρυνού Σουν Τζου αν και δεν τον είχαν καν υπ’ …όψη τους, με αποτέλεσμα κάποιοι προχειρολόγοι  του ‘φαινομένου’ τους να ερμηνεύουν μειωτικώς και χλευαστικώς όσα οι ίδιοι δεν μπορούσαν να εννοήσουν, όπως κάποιος ασήμαντος Βενετός ο οποίος είπε ότι «…ηγάπων μάλλον τα λάφυρα ή την μάχην…» ή, όπως κάποιος άλλος έγραψε : « Il leggier Greco alle rapine intento!» [18]. Οι Στρατιώτες, πάνω απ’ όλα, πολεμούσαν έξυπνα βασιζόμενοι περισσότερο στο τέχνασμα παρά στην (ανύπαρκτη γι’  αυτούς…) όποιαν υπεροχή των όπλων αλλά είναι δεδομένο ότι η βλακεία των επιπολής κριτών τους είναι πράγματι ακαταμάχητη ακόμη και από γενναίους Στρατιώτες των οποίων ο δεδομένος ηρωϊσμός παρέμεινε αναμφισβήτητος!

Ανέκδοτη επιστολή του Ιστορικού των Μέσων Χρόνων Κωνσταντίνου Σάθα στο προσωπικό Αρχείο του οποίου η Ομάδα των "ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ" βάσισε την αναστατική μελέτη της περί των Ελλήνων Στρατιωτών της Αναγεννήσεως.

 

    Οι Στρατιώτες πολεμούσαν! Πολεμούσαν διότι αυτός ήταν ο τρόπος ζωής τους! Ένας τρόπος που τους διατηρούσε ελεύθερους σε μια εποχή σκλαβιάς, ένας τρόπος που τους επέτρεπε να καλπάζουν «σαν τα πουλιά» πάνω στ’ άλογά τους εισπνέοντας ελεύθερο αέρα. Κι όλα τούτα όχι σαν «υποτελείς αλλοφύλων εργοδοτών» αλλά ως κυρίαρχοι ενός «παιγνιδιού» τους κανόνες του οποίου οι ίδιοι κατάφεραν να ορίζουν. Ίσως κάποιοι επιμένουν να τους θεωρούν «μισθοφόρους» της Δύσεως… Λάθος! Η Δύση παρέμενε υποτελής στη γοητεία της πολεμικής τους δεινότητος και αν προσέξει ο ιστορικός μελετητής βαθύτερα, η Δύση τους είχε πάντοτε μεν ανάγκη αλλά και πάντοτε τους αντιμετώπιζε με δέος και σκεπτικισμό. Ποιος μπορεί να αγνοήσει  το μίσος της Ενετικής Πολιτείας προς τον Κροκόδειλο Κλαδά, τον ξακουστό Στρατιώτη του οποίου την Οικογένεια κατεδίωξε και εφυλάκισε η …γαληνοτάτη Πολιτεία αναγκάζοντας τον ίδιο να σταθεί αντιμέτωπός της, πολεμώντας την στο πλευρό του Βασιλέως της Νεαπόλεως; [22].

 

     Αν, όμως, νομίσει κανείς ότι οι Στρατιώτες υπήρξαν απλώς σκληροτράχηλοι πολεμιστές χωρίς παιδεία αγνοεί την φύση του πραγματικού πολεμιστού ο οποίος είναι απαραίτητο να συνδυάζει την καλλιέργεια και την ρώμη προκειμένου να ανταπεξέλθει στην αποστολή του.

 

     Πράγματι, η Ιστορία των Ελλήνων Στρατιωτών αποκαλύπτει ότι στις τάξεις τους υπήρξαν πολεμιστές των οποίων η πνευματική, η ψυχική και η σωματική αλκή ήσαν άρρηκτες, διαμορφώνοντας την προσωπικότητα του ολοκληρωμένου  αγωνιστού! Λαμπρές πνευματικές μορφές, χωρίς το βάρος των όπλων και του αγώνος να μειώνει την αίγλη, οι Έλληνες Στρατιώτες διέπρεψαν ακόμη και ως παιδαγωγοί των «εργοδοτών» τους Βασιλέων της Δύσεως τους οποίους συνεκίνησαν και ενέπνευσαν! Μεταξύ αυτών και ο Ηλύσιος Καλέντζης περί του οποίου πολλά γράφει ο Κ.Ν.Σάθας. Σύμφωνα με τον μεγάλο Ιστοριογράφο του μεσαιωνικού Ελληνισμού, ο Ηλύσιος Καλέντζης υπήρξε μία στρατιωτική αλλά και πνευματική μορφή τόσο σημαντική ώστε η μελέτη του έργου του συνιστάται σε όσους θέλουν «…εισδύσωσιν εις τον αληθή σκοπόν της τε φιλοσοφικής Αναγεννήσεως της Ευρώπης και την τελευταίαν δια της μεγάλης επαναστάσεως του 1821 υπό της αυτής εταιρείας παρασκευασθείσαν και ενδόξως τελεσθείσαν πολιτικήν αναγέννησιν του ελληνικού έθνους.» [23]. Και, συνεχίζει ο Κ.Ν.Σάθας αναφερόμενος στον Ηλύσιο Καλέντζη: « Καταγόμενος εκ Πελοποννήσου, ως λέγει εις τας επιστολάς του, ανήκεν εις οίκον πολλούς παρασχόντα Στρατιώτας εν τη υπηρεσία της ενετικής δημοκρατίας και της άλλης Ευρώπης, ως δήλον εκ των εν τοις τελευταίοις τόμοις των Μνημείων της Ελληνικής Ιστορίας δημοσιευθέντων εγγράφων. Ο Ηλύσιος ούτος υπηρετών ως Στρατιώτης τους τελευταίους βασιλείς της Νεαπόλεως έλαβεν εις αμοιβήν των υπηρεσιών του στρατιωτικόν τιμάριον εν Καλαβρία γνωστόν υπό το όνομα Amphrata, όπερ ερμηνεύει δια του ελληνικού ονόματος Αμφίστρατος κλεισούρα, anciceps via, άδηλον πού ακριβώς κείμενον. Γενναίος πολεμιστής, συνετός και πολυμαθής λόγιος, τοσούτον ετιμάτο υπό του βασιλέως Φερδινάνδου Α’ ώστε ωνομάσθη παιδαγωγός του υιού του, κόμητος του Ιερακίου (Gerace) του ύστερον υπό το όνομα Φριδερίκου Γ’ βασιλεύσαντος εν Νεαπόλει, προς ον διευθύνει και τας πλείστας των επιστολών του (ad Hiaracum), διακρινομένας επί καθαρότητι γλώσσης, βαθύτητι σκέψεων, και στρατιωτική παρρησία μη παρεκτρεπομένη εις τας συνήθεις κοινάς βωμολοχίας.

 

     Ειλικρινής Έλλην και πιστός εταίρος ανήκεν εις την παλαιάν Πλατωνικήν ακαδημίαν της Ρώμης, την υπό του Πομπωνίου Λαίτου ιδρυθείσαν και δια της αιματηράς επεμβάσεως του πάπα Παύλου Β’ διαλυθείσαν΄μετά το πάθημα συνδεθείς προς τον στρατιωτικόν οίκον των Κολότση, οίτινες είχον ονομασθή υπό του τελευταίου των Παλαιολόγων Ανδρέου ιππόται του μυστικού Ρόδου, συνειργάσθη ευσυνειδήτως εις διάδοσιν του αληθούς ελληνισμού, παρρησία διαζευχθείς προς τον Ποντάνον, τον Σανναζάρον, τον Χαριταίον και αυτόν τον πεφιλημένον μαθητήν του βασιλέα Φριδερίκον, όταν είδε τούτους δολιευομένους εις ζημίαν του ελληνισμού τον σκοπόν της εταιρείας΄ τότε και ο Καλέντσης μετ’ άλλων πιστών εταίρων προσεκάλεσαν την ισπανικήν επέμβασιν, ήτις έθηκε τέρμα εις την εν Νεαπόλει βασιλεύουσαν δυναστείαν καταδικάσασα εις εξορίαν και αυτόν τον Φριδερίκον, προς ον χαιρεκάκως ο Καλέντσης αποτείνει δηκτικά επιγράμματα, εξ ών εν επιγραφόμενον Puella Regis αναπολεί αυτήν την εν τοις δημοτικοίς άσμασι περιαδομένην έτι αράν της προδοθείσης κόρης προς τον άπιστον εραστήν. Τελευτών σημειώ ότι ο οίκος των Καλεντσών σώζεται έτι πολυάριθμος εν Ελλάδι…» [24]. Άτεγκτοι προς φίλους κι εχθρούς σε ό,τι αφορά στο Έθνος, οι Στρατιώτες δεν υπελόγιζαν σε κανένα ατομικό όφελος που θα μπορούσε να λειτουργήσει σε βάρος του γενναίου πατριωτισμού τους ακόμη και σε μία εποχή που η Πατρίδα ήταν ανύπαρκτη! Και η κάστα των Ελλήνων Στρατιωτών διεμόρφωσε Οικογένειες – Προπύργια πατριωτισμού, Οικογένειες των οποίων τα μέλη, κατεσπαρμένα ό,που και αν ήσαν, αποτελούσαν μία  προδιαγεγραμμένη συνέχεια πολεμιστών υπέρ της εθνικής Ιδέας και «εστίες» προσβολής των Οθωμανών . Και παραμένοντας στην συγκεκριμένη Οικογένεια Στρατιωτών, μία εκ των πολλών Ελληνικών Στρατιωτικών Οικογενειών οι οποίες αμερίστως προσέφεραν  τα μέγιστα στην εθνική Υπόθεση, αξίζει δειγματοληπτικώς να παρακολουθήσουμε την «διαδρομή» της, για να διαπιστώσουμε ότι μέσα σε αυτά τα οικογενειακά «φυτώρια» πατριωτισμού τα οποία εβλάστησαν σε πολεμικό «περιβάλλον» η γενναιότητα υπήρξε ο διαχρονικός ιστορικός «παρονομαστής» τους.

     Ξένοι Στρατοί ετίμησαν τους Έλληνες Στρατιώτες με υψηλά αξιώματα αναγνωρίζοντας την μαχητική τους υπεροχή. Ο εκ των αρχηγετών των Στρατιωτών, Γεώργιος Μπάστας, επί παραδείγματι, πολεμώντας κατά των Οθωμανών ( 1593-1606) ανεδείχθη σε στρατηγό του Αυστριακού Στρατού από τον Αυτοκράτορα Ροδόλφο [19]. Η ίδια η πολεμική τους αρετή τους επέτρεψε να αναδειχθούν σε ύπατα αξιώματα όπως ανεδείχθη ο Ιάκωβος Βασιλικός στο αξίωμα του Βοεβόδα της Μολδαβίας ( 1558-1564 ) [20]. Η ξεχωριστή μορφή του, επίσης,  εκ των αρχηγετών των Ελλήνων Στρατιωτών, Μερκουρίου Μπούα , με τις ιδιαίτερες τιμές που του επεδαψίλευσαν δύο Αυτοκράτορες δύο διαφορετικών υπερδυνάμεων της εποχής του (15ος – 16ος αι.). Συγκεκριμένα, από μεν τον Αυτοκράτορα της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΒ΄ εδέχθη τον τίτλο του Κόμητος ( και πολλές …γαίες ) ενώ από τον Αυτοκράτορα της Γερμανίας Μαξιμιλιανό εδέχθη τον τίτλο του Κόμητος της Σουαβίας με αντίστοιχη προσφορά γαιών και χρημάτων [21].

     Έτσι, απόγονος του Ηλυσίου Καλέντζη, τον οποίο ειρήσθω εν παρόδω σημειοί και ο Ιστορικός Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος [25] υπήρξε ακόμη ένας μεγάλος Έλληνας στον οποίο πιστώνεται η απαρχή του επαναστατικού ξεσηκωμού του Γένους που κατέληξε στην Επανάσταση του 1821! Την περίπτωση του μεγάλου αυτού Ανδρός περιγράφει ο Ιστορικός και Δημοσιογράφος Γ. Δ. Κορομηλάς με λήμμα στην Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία «ΠΥΡΣΟΣ» ως εξής :

     «Καλέντζης. Υπό το όνομα τούτο αναφέρεται προεστώς τις του Αλποχωρίου της Ηπείρου, όστις ακμάσας περί τας αρχάς του ΙΗ’ αιώνος προεκάλεσε την απελευθέρωσιν οκτώ χωρίων της περιφερείας Λάμαρης, δια της υπεκκαύσεως του ζήλου των Σουλιωτών. Αφετηρία του εγχειρήματος εστάθη περίεργος αφορμή. Φυλακισμένος εις τα Ιωάννινα δια χρέη φορολογικά, ο Καλέντζης επέτυχε την απελευθέρωσίν του δια δανείου συναφθέντος μετά των συγγενών του, ως και του τότε αρχηγού των Σουλιωτών Γεωργίου Μπότσαρη. Καλέσας δε εις συμπόσιον τους αρχηγούς των φαρών Μπότσαρη, Μπούσμπου, Νταγκλή, Ζέρβα και Μαλάμου, τοις υπέδειξε να φονεύσουν τους σουμπασήδες (Τούρκους δημάρχους) και να κυριεύσωσι τα διάφορα χωρία, λαμβάνοντες γεώμορον εκ της καλλιεργείας και προφυλάττοντες αυτά εξ ενδεχομένων τουρκικών επιδρομών. Ο Καλέντζης εθεωρήθη ως υποκινητής της ιδέας της σουλιωτικής αυτοδιοικήσεως.» [26].

     Η «αφορμή» δεν ήταν διόλου «περίεργος»… διότι ήταν γνωστό ότι ο κεφαλικός φόρος αποτελούσε «πρόσημο» δουλείας σε όποιον επεβάλετο και αυτό ακριβώς δεν εδέχθη ο Καλέντζης ο οποίος τελικώς απελευθέρωσε το  π ρ ώ τ ο  «κομμάτι» Ελληνικού Εδάφους από τον Οθωμανικό ζυγό ενώ ο Ελληνισμός παρέμενε ακόμη «εν ύπνω»! Με τον πρώτο, αυτό, επαναστατικό κατά των Οθωμανών ξεσηκωμό του Καλέντζη, ασχολήθηκε και ο Λαμπρίδης όπως παρουσιάζεται μέσα στις σελίδες του Σπ.Π.Αραβαντινού: «Προεστώς τις του Αλποχωρίου, Καλέντζης τούνομα, διατελών εν ταις ειρκταίς των Ιωαννίνων ένεκα χρέους της ιδίας εαυτού κοινότητος προς τον Ιωαννίτην Οθωμανόν, απετάθη προς τον Γ. Μπότσαρην και τινας των συγγενών αυτού, παρακαλών αυτούς να τω δανείσωσι το προς απότισιν του χρέους αναγκαιούν ποσόν, όπερ και εγένετο. Εξελθών δε των φυλακών παρεσκεύασε συμπόσιον και προσεκάλεσεν εις αυτό τους αρχηγούς των πατριών Μπότσαρη, Μπούσμπου, Νταγκλή, Ζέρβα και Μαλάμου. Τούτου γενομένου προτείνει τότε αυτοίς ν’ αναλάβωσι την προστασίαν του Αλποχωρίου, εκδιώκοντες τους Μωαμεθανούς απέναντι δε και προς εξόφλησιν του χρέους ν’ απολαμβάνωσιν εξ αυτού ετήσιον γεώμορον.  Η πρότασις του Καλέντζη γίνεται δεκτή, αποφασίζεται δε υπό των Σουλιωτών να εφαρμοσθή το μέτρον και εις άλλα πέριξ χωρία εις Οθωμανούς επίσης ανήκοντα. Όρθρου, λοιπόν, βαθέος επιπίπτουσιν οι περί  τους Σουλιώτας αρχηγούς μετά των κατοίκων του Αλποχωρίου Χριστιανών κατά των πύργων των εν αυτώ Σουμπασιάδων, πυρπολούσιν αυτούς φονεύσαντες τους εν αυτοίς Οθωμανούς και κηρύττουσι το Αλποχώρι αυτόνομον. Μετά τούτο στραφέντες κατά του Παληοχωρίου, του Σκιαδά και της Ρουσιάτσας, πράττουσι τα αυτά ου σμικράν αντίστασιν ευρόντες εν τω τελευταίω ιδιοκτήτη του οποίου ην ισχυρός τις οθωμανός εκ Μαργαριτίου ή Παραμυθιάς. Βραδύτερον δε βαθμηδόν και δι’  αγώνων αιματηρών εγένοντο οι Σουλιώται ελευθερωταί μέχρι του 1744 και ετέρων οκτώ πέριξ χωρίων.»[27].

     Με τον πρώτο, αυτό, επαναστατικό κατά των Οθωμανών ξεσηκωμό τον οποίο επέτυχε με τον προσωπικό του αγώνα εκείνος ο Καλέντζης, ασχολήθηκε και ο Λαμπρίδης όπως παρουσιάζεται μέσα στις σελίδες του Σπ. Π. Αραβαντινού:

     «Προεστώς τις του Αλποχωρίου, Καλέντζης τούνομα, διατελών εν ταις ειρκταίς των Ιωαννίνων ένεκα χρέους της ιδίας εαυτού κοινότητος προς τον Ιωαννίτην Οθωμανόν, απετάθη προς τον Γ Μπότσαρην και τινας των συγγενών αυτού, παρακαλών αυτούς να τω δανείσωσι το προς απότισιν του χρέους αναγκαιούν ποσόν, όπερ και εγένετο. Εξελθών δε των φυλακών παρεσκεύασε συμπόσιον και προσεκάλεσεν εις αυτό τους αρχηγούς των πατριών Μπότσαρη, Μπούσμπου, Νταγκλή, Ζέρβα και Μαλάμου. Τούτου γενομένου προτείνει τότε αυτοίς ν’ αναλάβωσι την προστασίαν του Αλποχωρίου, εκδιώκοντες τους Μωαμεθανούς  απέναντι δε και προς εξόφλησιν του χρέους ν’ απολαμβάνωσιν εξ αυτού ετήσιον γεώμορον.

 

     Η πρότασις του Καλέντζη γίνεται δεκτή, αποφασίζεται δε υπό των Σουλιωτών να εφαρμοσθή το μέτρον και εις άλλα πέριξ χωρία εις Οθωμανούς επίσης ανήκοντα. Όρθρου, λοιπόν, βαθέος επιπίπτουσιν οι περί  τους Σουλιώτας αρχηγούς μετά των κατοίκων του Αλποχωρίου Χριστιανών κατά των πύργων των εν αυτώ Σουμπασιάδων, πυρπολούσιν αυτούς φονεύσαντες τους εν αυτοίς Οθωμανούς και κηρύττουσι το Αλποχώρι αυτόνομον.

 

     Μετά τούτο στραφέντες κατά του Παληοχωρίου, του Σκιαδά και της Ρουσιάτσας, πράττουσι τα αυτά ου σμικράν αντίστασιν ευρόντες εν τω τελευταίω ιδιοκτήτη του οποίου ην ισχυρός τις οθωμανός εκ Μαργαριτίου ή Παραμυθιάς. Βραδύτερον δε βαθμηδόν και δι’  αγώνων αιματηρών εγένοντο οι Σουλιώται ελευθερωταί μέχρι του 1744 και ετέρων οκτώ πέριξ χωρίων.»  

Σπ. Π. Αραβαντινού : «ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΛΗ ΠΑΣΑ ΤΟΥ ΤΕΠΕΛΕΝΛΗ» , Αθήναι 1895 , σελ. 73

και Λαμπρίδης :  «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ»  Ι , σελ. 37

     Τέλος, διεξοδικώς στην προσωπική εποποιία του απελευθερωτού της Λάμαρης, Καλέντζη, αναφέρεται η Ιστορικός Βάσω Δ. Ψιμούλη στο βιβλίο της "ΣΟΥΛΙ ΚΑΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ" (σ.243-244):

     Αυτή η εποποιία  ε ν ό ς  και μόνον μαχητού της ελευθερίας του Γένους, ενός γνησίου γόνου Στρατιωτικής φάρας, για τον οποίον πολλή μελάνη εχύθη [28] είναι λυπηρό να αγνοείται από τον απελευθερωμένο σύγχρονο ανιστόρητον, εν πολλοίς, Ελληνισμό και μόνον η αχλύς της ονομασίας ενός φερωνύμου Ηπειρωτικού χωριού, του Καλεντζίου Δωδώνης, να θυμίζει την ύψιστη προσφορά ενός ακόμη απογόνου Στρατιωτών.

     Οι Οικογένειες των Ελλήνων Στρατιωτών ήσαν κατεσπαρμένες όπου «ανέπνεε» ο Ελληνισμός και συχνά η ιστορική «τροχιά» κάθε μιάς από αυτές τις Οικογένειες διήνυε μια μεγάλη γεωγραφική διαδρομή πριν καταλήξει σε μία περιοχή την οποία , πλέον , μετέτρεπε σε «οικητήριο έδαφος»!  Αυτός ο πλάνης πολεμικός βίος μέσω των αιώνων τις έκανε να μην συνδέονται με συγκεκριμένο «τόπο καταγωγής» αλλά να αναγνωρίζουν ως τόπο καταγωγής τους τον τελευταίο σταθμό στον οποίο ευρέθησαν μετά την πολυπόθητη απελευθέρωση της Πατρίδας τους από τον Οθωμανικό ζυγό. Στο δε μεσοδιάστημα, η παρουσία και προσωρινή στάθμευσή τους προς εκπλήρωση πολεμικών αποστολών σε διάφορα μέρη, είχε σαν αποτέλεσμα την ίδρυση φερωνύμων χωριών τα οποία αρχήθεν ήσαν οικογενειακές «κατούνες» (=στρατόπεδα) στα οποία προσεκολλήθησαν για λόγους προστασίας μεμονωμένοι περίοικοι δημιουργώντας μικρούς οικισμούς. Έτσι και η  Οικογένεια των Καλέντζη, ξεκινώντας από την Μάνη και την Κορσική (όπου ίδρυσε την Calenzana) αφήνει κλάδους στην Νεάπολη και στην Βενετία, διασχίζει την Ιλλυρία και περνά από τον Άθω όπου ιδρύει την Μονή των Καλέντζη ως προσάρτημα της Μονής Βατοπεδίου [29][30] ενώ τον οχυρωματικό Πύργο της Μονής Καλέντζη (μέρος του οποίου σώζεται μέχρι σήμερα) ιδρύει ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Καντακουζηνός [31], συνεχίζει προς Κωνσταντινούπολη όπου πολεμά κατά τις στιγμές της πτώσεώς της [32], ξαναπολεμά στην Κύπρο[33]. «Αληθή τέκνα του πολέμου…» όπως γράφει ο Ιστορικός των Ελλήνων Στρατιωτών [34] οι Καλέντζη δίδουν το «Παρών!» σε κάθε αρένα αναμετρήσεως του Ελληνισμού με τους εχθρούς του και το μόνο που κάνουν είναι να μάχονται με συνέπεια  Και μάχονται ακόμη κι όταν εγκαθίστανται τελικώς στον τελευταίο γεωγραφικό «σταθμό» τους,  στα Επτάνησα και συγκεκριμένα στην Ζάκυνθο. Εδώ πρωτοεγκαθίστανται στην θέση «Τραγάκι» όπου, ως Στρατιώτες αδιαλείπτως μαχόμενοι, ιδρύουν το Κάστρο τους το οποίο μνημονεύει ο Περιηγητής P.M.Coronelli[35].

     Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή η Οικογένεια η οποία μετά από αγώνες επί αγώνων και θυσίες επί θυσιών, φτάνοντας σε ένα ήρεμο σημείο της δουλωμένης Ελληνικής Επικρατείας, δεν ησυχάζει, δεν ηρεμεί, δεν καθεύδει αλλά συνεχίζει να προετοιμάζεται για πόλεμο! Και η ανίδρυση του Κάστρου των Καλέντζη τούτο και μόνον σημαίνει : ο Πολεμιστής μόνον δια του Πολέμου «αναπαύεται»!

 

     Σ’ αυτή την γωνιά των Επτανήσων, οι Καλέντζη τιμώνται από τους Ενετούς με την αναγνώριση δια τίτλου Ευγενείας και Οικοσήμου που τους απενεμήθη το 1735 εγγραφόμενοι στην «Χρυσόβιβλο»![36][37].

     Το Οικόσημο των Καλέντζη  φέρει στο κεντρικό του πεδίο Ιωνικό κίονα που συμβολίζει την Ελληνική Ανατολή και,  συγκεκριμένα, την Κωνσταντινούπολη όπου η Οικογένεια αυτή πολέμησε γενναία. Επιστέγασμα του κεντρικού κίονος είναι ένας ερυθρός αστέρας ο οποίος συμβολίζει την αιματηρή θυσία Μέλους της Οικογενείας κατά την διάρκεια νυχτερινής μάχης και τούτο, εν συναρτήσει προς τον κίονα που επιστεγάζει, δεν μπορεί να είναι άλλο από τον θάνατο ενός Καλέντζη-υπερασπιστού της Βασιλεύουσας. Η Εραλδική μας παρέχει τις ερμηνείες των συμβόλων που περιέχουν τα Οικόσημα και σ’ αυτά δεν είναι τίποτε τυχαίο! Στην αρχαιότερη αυτή από τις «Χρυσές Βίβλους» (στην Ζάκυνθο ετηρείτο από το 1483-1797, στην Κέρκυρα από το 1573-1797 και στην Κεφαλληνία από το 1604-1797) η Οικογένεια των Καλέντζη καταλαμβάνει την πρώτη εκ των κατά σειράν αναφερομένων Οικογενειών, δυστυχώς όμως, οι σ’ αυτήν εμφανιζόμενοι Γόνοι της αποτελούν μικρό μέρος της όλης εκτάσεως του ιστορικού της «δένδρου» λόγω των αρχειογραφικών δυσχερειών της εποχής εκείνης καθ’ ην η τήρηση ληξιαρχικών πράξεων σε όλα τα μέρη όπου εμφανίσθηκε, ήταν πρακτικώς αδύνατη. Η απότιση φόρου τιμής των Ενετών προς την Οικογένεια των Καλέντζη δεν υπήρξε απλώς εκπλήρωση ενός χρέους μιάς Υπερδυνάμεως προς τους Συμπολεμιστές της αλλά μία έμπρακτη αναγνώριση μεταξύ Συναγωνιστών που αντιμετώπισαν κοινό εχθρό, την ερυθρά ημισέλινο! Και είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ οι Ενετοί ετίμησαν τις Οικογένειες των Ελλήνων Στρατιωτών για την στάση τους κατά των βαρβάρων Οθωμανών, το επίσημο «ελληνικό κράτος» τους αγνόησε εντελώς, με μόνη εξαίρεση τον Βασιλέα Όθωνα χάρη στον οποίο ωργανώθη το πρώτον από τις στάχτες της μία αξιοπρεπής Ελληνική χώρα!

     Το Αρχοντολόγιο της Ζακύνθου, όπως (δευτερευόντως) και εκείνο της Κεφαλληνίας, ήσαν τα μόνα Πολεμικά Αρχοντολόγια εκ των Ελληνικών Αρχοντολογίων[38] και δεν ήταν τυχαίο να αποτελέσει Μέλος ενός τέτοιου Αρχοντολογίου και η Στρατιωτική Οικογένεια των Καλέντζη.

 

     Ο ίδιος ο Ιστορικός Δ. Σ. Σούτζος αναφέρει ότι, σε αντίθεση με το Διοικητικό Αρχοντολόγιο (όπως εκείνο της Κερκύρας), το Πολεμικό Αρχοντολόγιο των Επτανήσων, αυτή η μαχομένη Αριστοκρατία των Ιονίων επάνδρωσε όχι μόνον τους τοπικούς για Ελευθερία Αγώνες αλλά και την ίδια την Φιλική Εταιρεία στον μεγάλο εθνικοαπελευθερωτικό της Αγώνα![39]. Γίνεται, λοιπόν αντιληπτό ότι η «Αριστοκρατικότητα» όταν, μεν, είναι πλουτοκρατικού χαρακτήρος αποτελεί εσφαλμένη αποτίμηση Αξιών, ενώ, εάν διαθέτει ηρωϊκή-αλτρουιστική ουσία αποτελεί αξιοκρατικό μέτρο διακρίσεως το οποίο μπορεί να λειτουργήσει και ως ηθικό κίνητρο εναρέτου διακρίσεως των μελών μιάς Κοινωνίας! Για τον λόγο αυτό και η κατάργηση των Τίτλων Ευγενείας (όπου και εάν αυτοί κατηργήθησαν) ελειτούργησε ως «προς τα κάτω» επιπεδοποίηση των Πολιτών, αποστερώντας τους ένα ευγενές κίνητρο κοινωνικής διακρίσεως. Όπως ο Βησσαρίων έγραφε : «Ουχί πλουτίνδην αλλ’ αριστήνδην» .

 

     Και στην Ζάκυνθο η υπερίσχυση του Αριστοκρατικού Πολιτεύματος και κατά την διάρκεια της Ενετοκρατίας[40] διεμόρφωσε πολυάριθμα δείγματα έμπρακτης φιλοπατρίας που φαίνονται και κατά τον επέκεινα βίο των Καλέντζη. Άλλωστε η επιλογή της Ζακύνθου ως «ορμητηρίου» από τους Καλέντζη δεν ήταν τυχαία αλλά αποτέλεσμα της σταθμίσεως των αριστοκρατικών βάσεων της Κοινωνίας της[41] οι οποίες ήσαν και οι προϋποθέσεις «υποδοχής» μιάς φύσει αριστοκρατικής Οικογενείας Πολεμιστών, όπως οι Καλέντζη. Στην επτανησιακή αυτή «έπαλξή» τους οι Καλέντζη δεν άργησαν να αποτελέσουν και Μέλος των Ζακυνθίων Οικογενειών οι οποίες απετέλεσαν το «Μέγα Συμβούλιο» της Nήσου[42]. Και η συμμετοχή αυτής της Ελληνικής Στρατιωτικής Οικογενείας στο ύπατο αυτό Όργανο διοικήσεως της Ζακύνθου μαρτυρά και την σημασία της Οικογενείας αυτής αλλά και τον σεβασμό που απελάμβανε ως εκ της Στρατιωτικής φύσεώς της. Γράφει σχετικώς ο Ερμάννος Λούντζης : «Εν Ζακύνθω η τάξις των Ευγενών απ’ αρχής συνεκροτήθη υπό τινων των διακεκριμένων αυτοχθόνων, προστεθέντων και των είτε εκ της Ελλάδος είτε εκ της Ιταλίας διασήμου διαγωγής ανδρών προσφυγόντων εις την νήσον, ότε καταληφθείσα αύτη υπό των Ενετών εις άπαντας προσήνεγκεν άσυλον»[43].

 

     Mε oρμητήριο την Ζάκυνθο, η Οικογένεια των Καλέντζη συμμετέχει στην μεγάλη του Γένους εξέγερση δια της «εξόδου» στον μεγάλο Αγώνα του ’21 του τέκνου της Ιωάννου Καλέντζη [44] ο οποίος περιφρονώντας μυρίους όσους κινδύνους από τις απαγορεύσεις των Βρεταννών συμπαρεστάθη ενεργά στους επαναστατημένους συμπατριώτες του[45] καθώς και με την συγκινητική «περίπτωση» του Κωνσταντίνου Καλέντζη την οποία περιγράφει σε σχετικό λήμμα Στρατιωτικής Εγκυκλοπαιδείας ο Ιστορικός Γ. Χονδρός : «Εις των πλουσιωτέρων προυχόντων της Ζακύνθου κατά την εποχήν της ελλην. Επαναστάσεως, υπέρ ης εδαπάνησεν ολόκληρον την περιουσίαν του. Λέγεται περί αυτού ότι μόλις εξήντλησε και τον τελευταίον οβολόν του υπέρ του αγώνος, έκοψεν εις λωρίδας τα σινδόνια και τραπεζομάνδυλα της οικίας του και τα απέστειλεν εις Μεσολόγγιον, ίνα χρησιμεύσωσιν ως επίδεσμοι των τραυματιών.»[46] Αυτό ήταν το ήθος που διεμόρφωσαν στους κόλπους τους οι Οικογένειες των Ελλήνων Στρατιωτών! Και η «γραμμή» αυτής της συγκεκριμένης Στρατιωτικής Οικογενείας συνεχίζεται και στον 20ό αιώνα με επιπρόσθετες υπέρ του Έθνους θυσίες. Έτσι, ακόμη ένας Καλέντζης θυσιάζεται στις 21 Ιουνίου 1913, στην Μάχη του Κιλκίς,  υπέρ του Έθνους και μνεία περί της θυσίας αυτής, του Κωνσταντίνου Καλέντζη, γίνεται στο επίσημο Επετειολόγιο του, τότε, Υπουργείου Στρατιωτικών [47]. Η γενναιοψυχία αυτής της Ελληνικής Στρατιωτικής Οικογενείας συνεχίζεται και εν καιρώ ειρήνης με το ίδιο πάθος αλτρουισμού και φιλαλληλίας από πολλά μέλη της τα οποία προσέφεραν στο απελευθερωθέν Ελληνικό Έθνος ό,τι τους ήταν δυνατόν. Ένα μικρό τεκμήριο αυτής της φιλαλληλίας περισώζει ο Λεωνίδας Χ. Ζώης ο οποίος αναφέρεται στην δωρεά του πλείστου της περιουσίας του Νικολάου Καλέντζη δια διαθήκης του προς την Εσπερινή Σχολή Απόρων Παίδων![48].                          

     Με «άξονα» την ιστορική διαδρομή μιάς και μόνον Ελληνικής Στρατιωτικής Οικογενείας είναι δυνατόν να αντιληφθεί ο μελετητής την φύση και την πολεμική Αρετή των Ελλήνων Στρατιωτών οι οποίοι συνέστησαν το Σώμα των τελευταίων μαχίμων Εφιπποτοξοτών της Ευρώπης. Και το απαράμιλλο εθνικό και κοινωνικό ήθος που διεμόρφωσαν με το αυτόθυτο παράδειγμά τους εκείνοι οι Έλληνες Στρατιώτες, συγκρινόμενο με το ευτελισμένο δημοκρατικό παρόν, συνεγείρει όσους εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για τα Πάτρια, υπαγορεύοντας την άμεση αναβίωση Αξιών απαραιτήτων για την επιβίωση της Φυλής!

Το περίφημο ωτιόσχημο εγχειρίδιο των Ελλήνων Στρατιωτών

     Η διεξοδική αναφορά σε μία μόνον εκ των Ελληνικών Στρατιωτικών Οικογενειών, δηλαδή, στην Οικογένεια των Καλέντζη, είναι απλώς ενδεικτική της πορείας  μ ι ά ς  και μόνον Οικογενείας και δεν σημαίνει καθόλου ότι "μόνον" αυτή διεκρίθη έναντι των υπολοίπων Ελληνικών Στρατιωτικών Οικογενειών σε οιονδήποτε εθνικό Τομέα! Η ιστορική πορεία αυτής της συγκεκριμένης Ελληνικής Στρατιωτικής Οικογενείας ακολούθησε την τροχιά του  ι δ ί ο υ   κλέους με όλες τις άλλες Ελληνικές Στρατιωτικές Οικογένειες οι οποίες επέδειξαν τα αυτά δείγματα φιλοπατρίας, γενναιότητος και αλτρουισμού! Ο πολύ περιωρισμένος χώρος του παρόντος διαδικτυακού «τόπου» δεν προσφέρεται, άλλωστε, για μία διεξοδική παρουσίαση όλων των Ελληνικών Στρατιωτικών Οικογενειών και των αμέτρητων  ανδραγαθημάτων τους! Γεγονός είναι πως:

     Όλες, μα όλες  ε ξ ί σ ο υ  οι Ελληνικές Στρατιωτικές Οικογένειες από τους μέσους μέχρι τους νεότερους χρόνους απετέλεσαν  ι σ ο τ ί μ ω ς φωτεινά παραδείγματα πατριωτικής αυτοθυσίας και γενναιότητος!

     Όλες αυτές οι ιστορικές Φάρες που ξεκίνησαν κυρίως από τον νότο του Μωριά για να ξεχυθούν στα πέρατα της Μεσογείου και από εκεί σε όλα τα πολεμικά μέτωπα που πύρωνε η φωτιά του αγωνιζομένου Ελληνισμού, όλες αυτές οι ανυπότακτες Κάστες, απετέλεσαν και τα λίκνα των τελευταίων Ελλήνων Εφιπποτοξοτών τους οποίους η σημερινή Ομάδα «ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ» διατηρoύμε ως παράδειγμά μας υποσχόμενοι  το:

« Άμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρονες…! »

1. Ξενοφώντος : «ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ» , VII 1 , 33.

2. Κρουσίου : «ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΜΗΡΙΚΟΝ» , μετ. Ι. Πανταζίδου , Αθήναι 1904 , σελ

    598 / Ουίλιαμ Μύλλερ : «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ» , μετ.

    Σπ. Π. Λάμπρου , Αθήναι 1909-1910 , σελ. 218.

3. Eρμάνου Λούντζη : «ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ

    ΕΠΤΑΝΗΣΟΥ ΕΠΙ ΕΝΕΤΩΝ» , Αθήναι 1856, σελ. 190

4. Σπ. Στούπη : «ΗΠΕΙΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΟΙ»  ,  Ιωάννινα 1976 ,  σελ. 195.

5. Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου : «Η ΝΑΥΠΛΙΑ» ,  Αθήναι  1898 , σελ. 165-166.

6. Ουίλιαμ Μύλλερ : «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ» , μετ. Σπ.

    Π. Λάμπρου , Αθήναι 1909-1910 , σελ. 218.

7. Κωνσταντίνου Ν. Σάθα : «ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ ΕΝ ΤΗ ΔΥΣΕΙ» , σελ. 2.

8. Νικολάου  Βασιλάτου : «ΟΠΛΑ 1790-1860» ,  Αθήναι 1989 , σελ.14 .

9. Μarino Sanuto : «COMMENTARI DELLA GUERRA DI FERRARA» , σελ.115.

10.Βλ. ανωτ. 8.

11.Coriolano P. Cippico : «DELLE GUERRE DE’ VENEZIANI NELL’ ASIA DAL

     1470 AL 1473 » , Venezia 1796.

12.Lod. da Porto : «LETTERE STORICHE» , αρ. 28.

13.Βλ. ανωτ. 7 , σελ. 56 / Ιωάννου Κορωναίου « ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΥ

     ΑΝΔΡΑΓΑΘΗΜΑΤΑ».

14.Βλ. ανωτ. 7 , σελ. 59 και Bern. Gorio : «STORIA DI MILANO» , Padova 1646 ,

     σελ. 944.

15.Στράβωνος  221 , 564.

16.Λαυρεντίου Σ. Βροκίνη : «Η ΠΕΡΙ  ΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΙΣΤ ΑΙ. ΕΝ ΚΕΡΚΥΡΑ,

     ΑΠΟΙΚΗΣΙΣ ΤΩΝ ΝΑΥΠΛΙΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΩΝ, ΙΣΤΟΡΙΚΗ

     ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ» , Κέρκυρα 1905 , σελ. 16-17.

17.Βλ. ανωτ. 4 , σελ. 165-166.

18.Bλ. ανωτ. 5 , σελ. 218.

19.Παντελή Καρύκα : «ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΕ ΞΕΝΟΥΣ ΣΤΡΑΤΟΥΣ 1600 Π.Χ.-1815

    Μ.Χ.» , Αθήναι 2003 , σελ. 51.

20.Βλ. ανωτ. 18 , σελ. 51.

21.Βλ. ανωτ. 18 , σελ. 45.

22.Βλ. ανωτ. 18 , σελ. 35.

23.Κωνσταντίνου Ν. Σάθα : «ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ» , Βενετία 1894 ,

     τόμος Ζ , σελ. ρνδ’.

24.Βλ. ανωτ. 23 , σελ. ρνε’ – ρνστ’ .

25.Αποστόλου Ε. Βακαλοπούλου : «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ» ,

     Θεσσαλονίκη 1968 , τόμος Γ , σελ. 93.

26.Γ.Δ.Κ. : «ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΠΥΡΣΟΣ» , Αθήνα

     1930 , τόμος 13ος , σελ. 544 – 545 .

27.Σπ. Π. Αραβαντινού : «ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΛΗ ΠΑΣΑ ΤΟΥ ΤΕΠΕΛΕΝΛΗ» , Αθήναι

     1895 , σελ. 73 και Λαμπρίδης :  «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ»  Ι , σελ. 37 .

28.«ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΥΔΡΙΑ» , τόμος 30ος , λήμμα «Καλέντζης»  και

      «ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΓΙΟΒΑΝΗ» , Αθήναι  1993 , λήμμα «Καλέντζης» , Χάρη

     Πάτση : «ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ» , Αθήναι 1972 , τόμος 14ος ,

     σελ. 652 , ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ : «ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΓΟΣΜΙΟΣ

     ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ» , Αθήναι 1964 , τόμος Η’ , σελ. 36.

29.Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου : «ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΟ ΙΕΡΑΣ ΜΕΓΙΣΤΗΣ

    ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ» , Άγιον Όρος 1993 , σελ. 11 , 50 .

30.Αθαν. Μαρτίνου : « ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ» ,

    Αθήναι 1965 , τόμος 7ος  , σελ. 230 .

31.Βλ. ανωτ. 29 , σελ. 50 .

32.Λεωνίδα Χ. Ζώη : «ΛΕΞΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΤΗΣ

     ΖΑΚΥΝΘΟΥ» , τόμος Α’ , Εθνικόν Τυπογραφείον , Αθήναι  , σελ. 253 .

33.Βλ. ανωτ. 31 , σελ. 253 .

34.Βλ. ανωτ. 7 , σελ. 57 .

35.P.M.Coronelli : «MEMOIRES , HISTORIQUES & GEOGRAPHIQUES DU

     ROYAUME DE LA MOREE , NEGREPONT , & DES PLACES MARITIMES ,

     JUSQUES A THESSALONIQUE » , Amsterdam 1686 , Seconde Partie “Isle de

     Zante” , σελ. 163 , στ. 9-16.

36.Ε.R.Rangabe : «LIVRE D’OR DE LA NOBLESSE IONIENNE» , Aθήναι 1927 ,

      v.III ,  ZANTE , σελ. 19 .

37.Δημ. Καντακουζηνού : «ΤΑ ΕΥΓΕΝΗ ΓΕΝΗ ΚΑΙ ΑΙ ΑΡΧΟΝΤΙΚΑΙ

     ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗΝ» , Αλεξάνδρεια 1957 ,

     σελ. 18-19.

38.Δ.Σ.Σούτζου : «ΕΛΛΗΝΕΣ ΗΓΕΜΟΝΕΣ ΜΟΛΔΟΒΛΑΧΙΑΣ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ

     ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ» , σελ. 16-19

39.Βλ. ανωτ. 36 .

40.Εκδοτική Αθηνών : «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ» , Αθήναι 1974 ,

     σελ. 215 .

41.Βλ. ανωτ. 6 , τόμος ΙΙ , σελ. 310 .

42.Σπυρίδωνος Μάρκου Θεοτόκη : «ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΟΝ ΤΕΥΧΟΣ ΤΗΣ

     ΠΑΝΙΟΝΙΟΥ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗΣ ΕΚΘΕΣΕΩΣ» , Κέρκυρα 1914 , σελ. 38 .

43.Βλ. ανωτ. 3 , σελ. 63 .

44.Παναγιώτου Χιώτου : «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ

     ΑΥΤΟΥ ΜΕΧΡΙΣ ΕΝΩΣΕΩΣ» , Ζάκυνθος 1874 , κεφ. 10ον  , σελ. 383 .

45.Τ. Πορφύρη : «ΖΑΚΥΝΘΙΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΑΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ 1815-1864» στα

     «ΧΡΟΝΙΚΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ» , έκδ. «ΖΑΚΥΝΘΙΝΗ ΕΣΤΙΑ» , Αθήναι 1964 , τόμος

    Α’ , σελ. 292.

46.Γ. Χονδρού : «ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΗ

     ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ» , τόμος 4ος , λήμμα «Καλέντζης Κωνσταντίνος» .

47.Υπουργείο Στρατιωτικών : «ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΝΕΚΡΟΙ 1830-1930» , Αθήναι 1930 ,

     τόμος Ι , σελ. 74 .48.Βλ. ανωτ. 31 , σελ. 253 .

 

ΥΓ:

Κατά την μεταφορά των αποσπασμάτων τηρείται επακριβώς η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Α.Η.Κ.

This site was designed with the
.com
website builder. Create your website today.
Start Now